Η επιτέλεση αντοχής περιλαμβάνει ένα σύνολο πρακτικών της τέχνης της επιτέλεσης, κοινό γνώρισμα των οποίων είναι η εκούσια παράταση μιας δράσης ή μιας παρουσίας πέρα από τα συνήθη χρονικά όρια της καλλιτεχνικής εμπειρίας. Η αντοχή μπορεί να λάβει τη μορφή της ακινησίας, της επανάληψης, της σιωπής, της απομόνωσης ή της αδιάλειπτης παρουσίας σε έναν χώρο. Η σωματική καταπόνηση είναι συχνή. Καθοριστικό γνώρισμα όμως παραμένει η διάρκεια, η οποία καθιστά τη χρονικότητα αισθητή.
Οι πρακτικές αυτές διαμορφώθηκαν κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, στο πλαίσιο της σωματικής τέχνης και της εννοιακής τέχνης, που επιδίωκαν την άρση των ορίων ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή. Στο Five Day Locker Piece [Έργο πέντε ημερών σε φοριαμό] (1971) ο Chris Burden [Κρις Μπέρντεν] παρέμεινε κλεισμένος επί πέντε ημέρες σε έναν φοριαμό του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Ίρβαϊν, ως μέρος της μεταπτυχιακής του εργασίας. Ο Τετσίνγκ Σιε [Tehching Hsieh] πραγματοποίησε στη Νέα Υόρκη, μεταξύ 1978 και 1986, πέντε επιτελέσεις διάρκειας ενός έτους η καθεμία. Στο Cage Piece [Έργο κλουβί] (1978 – 1979) παρέμεινε έγκλειστος σε ένα ξύλινο κλουβί χωρίς να μιλά, να διαβάζει ή να γράφει, ενώ στο Outdoor Piece [Υπαίθριο έργο] (1981 – 1982) έζησε στον δρόμο χωρίς να εισέλθει σε κανένα κτίριο.
Η Marina Abramović [Μαρίνα Αμπράμοβιτς] ανέδειξε τη διάρκεια σε κεντρικό άξονα της δημιουργίας της. Το έκανε αρχικά σε σόλο επιτελέσεις, στη συνέχεια στη συνεργασία της με τον Ulay [Ουλάυ] (1976 – 1988) και αργότερα σε έργα μεγάλης κλίμακας. Στο The Artist Is Present [Η καλλιτέχνιδα είναι παρούσα] (2010), στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, καθόταν σιωπηλή σε ένα τραπέζι επί σχεδόν τρεις μήνες, συνολικά πάνω από 700 ώρες. Οι επισκέπτες και οι επισκέπτριες κάθονταν απέναντί της για όσο χρόνο επιθυμούσαν.
Η θεωρητική προσέγγιση εστιάζει στη χρονικότητα, στη θέση του κοινού και στην πολιτική διάσταση της αντοχής. Ο Adrian Heathfield [Έιντριαν Χήθφιλντ], αναλύοντας τα «έργα ζωής» του Χσιε, επισημαίνει ότι η έννοια της διάρκειας εμπεριέχει εκείνη της αντοχής. Η Erika Fischer-Lichte [Έρικα Φίσερ-Λίχτε] εντάσσει τέτοιες επιτελέσεις σε μια αισθητική του επιτελεστικού, στην οποία η αμοιβαία επίδραση ανάμεσα σε επιτελεστές/επιτελέστριες και θεατές/θεάτριες καθιστά το κοινό συμμέτοχο της διαδικασίας. Η Lara Shalson [Λάρα Σάλσον] εξετάζει την αντοχή ως καλλιτεχνική και ταυτόχρονα πολιτική μορφή. Τη συνδέει με ακτιβιστικές πρακτικές που στηρίζονται στη διάρκεια, από τις καθιστικές διαμαρτυρίες του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ έως τις κατασκηνώσεις διαμαρτυρίας του 21ου αιώνα. Στις πρακτικές αυτές η κόπωση, η πλήξη και οι σωματικές ανάγκες αναδεικνύονται σε εκφραστικά μέσα.
Η λογική της διάρκειας διαπέρασε και άλλες παραστατικές τέχνες. Στη μουσική, ο John Cage [Τζων Κέιτζ] οργάνωσε το 1963 στη Νέα Υόρκη την πρώτη ολοκληρωμένη εκτέλεση του Vexations [Ενοχλήσεις] του Erik Satie [Ερίκ Σατί]. Η εκτέλεση περιλάμβανε 840 επαναλήψεις ενός σύντομου μουσικού μοτίβου και διήρκεσε σχεδόν δεκαεννέα ώρες. Στο θέατρο, η βρετανική ομάδα Forced Entertainment [Φόρστ Εντερτέινμεντ] καθιέρωσε από τη δεκαετία του 1990 παραστάσεις διάρκειας έξι έως είκοσι τεσσάρων ωρών, όπως το Who Can Sing a Song to Unfrighten Me? [Ποιος μπορεί να τραγουδήσει ένα τραγούδι να μου διώξει τον φόβο;] (1999). Αντίστοιχες πρακτικές απαντούν στο χοροθέατρο και στα υβριδικά είδη, όπου η διάρκεια λειτουργεί ως δραματουργική αρχή που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο το κοινό προσλαμβάνει το έργο.